εύρινος

εὔρινος και επικ. ἐΰρρινος, -ον (Α)
1. ο εύρις*
2. αυτός που έχει ωραίο δέρμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ρινός «δέρμα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔρινος — εὔρῑνος , εὔρινος 1 masc/fem nom sg εὔρῑνος , εὔρινος 2 masc/fem nom sg εὔρῑνος , εὔρις with a good nose masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρινοτάτας — εὐρῑνοτάτᾱς , εὔρινος 1 fem acc superl pl εὐρῑνοτάτᾱς , εὔρινος 1 fem gen superl sg (doric aeolic) εὐρῑνοτάτᾱς , εὔρινος 2 fem acc superl pl εὐρῑνοτάτᾱς , εὔρινος 2 fem gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρινοτάτων — εὐρῑνοτάτων , εὔρινος 1 fem gen superl pl εὐρῑνοτάτων , εὔρινος 1 masc/neut gen superl pl εὐρῑνοτάτων , εὔρινος 2 fem gen superl pl εὐρῑνοτάτων , εὔρινος 2 masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔρινον — εὔρῑνον , εὔρινος 1 masc/fem acc sg εὔρῑνον , εὔρινος 1 neut nom/voc/acc sg εὔρῑνον , εὔρινος 2 masc/fem acc sg εὔρῑνον , εὔρινος 2 neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρινοτάτην — εὐρῑνοτάτην , εὔρινος 1 fem acc superl sg (attic epic ionic) εὐρῑνοτάτην , εὔρινος 2 fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρινότατος — εὐρῑνότατος , εὔρινος 1 masc nom superl sg εὐρῑνότατος , εὔρινος 2 masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρίνοιο — εὐρί̱νοιο , εὔρινος 1 masc/fem/neut gen sg (epic) εὐρί̱νοιο , εὔρινος 2 masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρίνοις — εὐρί̱νοις , εὔρινος 1 masc/fem/neut dat pl εὐρί̱νοις , εὔρινος 2 masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρίνοισιν — εὐρί̱νοισιν , εὔρινος 1 masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) εὐρί̱νοισιν , εὔρινος 2 masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρίνου — εὐρί̱νου , εὔρινος 1 masc/fem/neut gen sg εὐρί̱νου , εὔρινος 2 masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.